




































Πτυχές αρχιτεκτονικής ενός παραδοσιακού οικισμού- θύρες και ανώφλια από το Σίβα, δήμου Φαιστού. Ο παραδοσιακός οικισμός του Σίβα, βρίσκεται στις παρυφές της οροσειράς των Αστερουσίων, στο Δήμο Φαιστού. Έλαβε τον χαρακτηρισμό ως «παραδοσιακός οικισμός» ήδη από το 1980, με γνώμονα το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν τα λαϊκά και παραδοσιακά κτίσματα με τις λιγοστές νεωτερικές επεμβάσεις, τα οποία δίνουν ένα μοναδικό χαρακτήρα στο χωριό. Ενδεικτικά παραδείγματα αυτής της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής παράδοσης αποτελούν το αρχοντικό Μανιδάκη, η κρήνη στη διασταύρωση που οδηγεί προς Σίβα και Λίσταρο, καθώς και το παλαιό σύστημα ύδρευσης στην είσοδο του χωριού, τα οποία, άλλωστε, έχουν κριθεί ως διατηρητέα από τη δεκαετία του '90. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλα αξιοσημείωτα αρχιτεκτονικά στοιχεία όπως οι θύρες με τα περιθυρώματα τους και τα ανώφλια, τα οποία εντυπωσιάζουν τόσο με τη μεγάλη ποικιλία ως προς την κατασκευή και τη διακόσμηση τους όσο και με την αισθητική τους αξία. Σκόπιμο κρίνεται να γίνει μια πρώτη καταγραφή, παρουσίαση και κατάταξη των παραπάνω αρχιτεκτονικών στοιχείων, δηλαδή των θυρών και των ανωφλιών και έως ένα βαθμό των παραθύρων, η οποία θα οδηγήσει στην καλύτερη κατανόηση της αρχιτεκτονικής εξέλιξης του χωριού και της κοινωνίας που τα γέννησε.[1] Συνολικά στο Σίβα έχουν καταγραφεί 141 κτίσματα διαφόρων χρήσεων- οικίες, εκκλησίες ελαιοτριβεία, καθώς και στάβλοι- τα οποία φέρουν θύρες και παράθυρα διαφόρων τύπων και κοσμούνται από ανώφλια και περιθυρώματα, με ποικιλία συνθέσεων και μοτίβων. Τα κύρια υλικά δομής των αρχιτεκτονικών μελών του Σίβα είναι δύο: το ξύλο και η πέτρα. Τα δύο αυτά υλικά αποτελούν τη βάση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και χρησιμοποιούνται με διαφορετικό τρόπο. Ειδικά, το ξύλο χρησιμοποιείται κυρίως για την κατασκευή των ξύλινων πορτών και παραθύρων, και σε μικρότερο βαθμό για τα ξύλινα δοκάρια που επιστέφουν τις θύρες και τα παράθυρα αντί των λίθινων ανωφλιών. Όσον αφορά στα ξύλινα δοκάρια, αυτά τοποθετούνται οριζόντια λίγα εκατοστά ψηλότερα ή ακριβώς πάνω από το άνοιγμα και σε αρκετές περιπτώσεις το ξεπερνούν αισθητά. Τα στοιχεία αυτά δεν φέρουν κάποιου είδους διακόσμηση, αλλά παραμένουν στη φυσική τους μορφή. Πρόκειται για τον πιο απλό και ανέξοδο τρόπο επίστεψης ενός ανοίγματος, ο οποίος όμως δεν προσδίδει κάποια ιδιαίτερη διακοσμητική αξία. Χαρακτηρίζονται από την εύκολη αντικατάσταση τους, ωστόσο δεν είναι τόσο στιβαρά και ανθεκτικά στις καιρικές συνθήκες, τις απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας και την υγρασία. Στις οικίες του Σίβα έχουν καταγραφεί λίγα παραδείγματα χρήσης δοκαριών, μόνο σε 11 από τα 141 κτίσματα έγινε χρήση τους και στην πλειοψηφίας τους συνδυάζονται με λίθινα ανώφλια στα περισσότερα από τα υπόλοιπα ανοίγματα του ίδιου κτίσματος, είτε πρόκειται για παράθυρα είτε για πόρτες. Οι πόρτες είναι μονόφυλλες ή δίφυλλες, αποτελούμενες από αρκετές κάθετες ξύλινες σανίδες. Κάποιες από τις μονόφυλλες φέρουν μικρό άνοιγμα στις άνω γωνίες, το λεγόμενο ¨πανωπόρτι¨. Ο τύπος της πόρτας με ¨πανωπόρτι¨ έχει εξαλείψει στις μέρες μας. Ελάχιστες από τις θύρες φέρουν κάποια πενιχρά στοιχεία διακόσμησης, όπως η επικάλυψη τους με μπλε ή πράσινο χρώμα και η προσθήκη ταμπλάδων σε τμήματα ή και σε ολόκληρη την εξωτερική επιφάνεια, αν και οι περισσότερες είναι απλές χωρίς κάποιου είδους διακόσμησης. Τα παράθυρα είναι μονόφυλλα ή δίφυλλα αποτελούμενα από σειρές σανίδων χωρίς κάποια ιδιαίτερη φροντίδα εκτός από την προσθήκη χρώματος. Κάποιες από τις θύρες και παράθυρα σώζουν τα μεταλλικά τους εξαρτήματα – κλειδαριές, μάνταλα, κτλ.- , κάποια απλά και κάποια άλλα με διακοσμητικά στοιχεία, ίσως προερχόμενα από τα εργαστήρια χαλκιάδων του χωριού. Το υλικό, όμως, το οποίο κυριαρχεί στα αρχιτεκτονικά μέλη είναι η πέτρα, τοπικής προέλευσης. Η χρήση της είναι αρκετά διαδομένη στα ανώφλια των θυρών και των παραθύρων καθώς και στα περιθυρώματα. Τα χαρακτηριστικά της είναι η σταθερότητα, η αντοχή στο χρόνο και στις καιρικές συνθήκες, η στιβαρότητα της κατασκευής και η αίσθηση πολυτέλειας καθώς αρκετά συχνά διακοσμείται από διάφορα σχέδια. Ωστόσο αποτελεί ένα υλικό πιο ακριβό, πιο δύσκολο στη μεταφορά και την επεξεργασία. Τα ανοίγματα, δηλαδή τα παράθυρα και οι θύρες, ανήκουν σε διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς τύπους. Όσον αφορά στις θύρες, 2 είναι τα είδη που απαντώνται. Στον πρώτο τύπο, εντάσσονται οι ημικυκλικές ή καμαρωτές και τοξωτές πόρτες . Από τα 141 κτίσματα, τα 69 παρουσιάζουν ανοίγματα με καμάρα. Η καμάρα δεν επιστέφεται από κάποιο άλλο μέλος. Αρκετές από αυτές έχουν απλό πλαίσιο αποτελούμενο από λίθους, χωρίς καμία περαιτέρω τάση για διακόσμηση ή εκλέπτυνση. Αρκετά τέτοια παραδείγματα είναι ορατά σε διάφορα οικήματα του Σίβα. Οι περισσότερες, όμως, από τις καμαρωτές σχηματίζουν πλαίσιο με ορθογώνιο διάκοσμο στη γένεση του τόξου. Μια παραλλαγή αυτού του τύπου φέρει πλαίσιο με γεωμετρικά σχέδια και απαντάται σε ένα μόνο κτίσμα. Ωστόσο, ο πιο διαδεδομένος τύπος είναι η ορθογώνια πόρτα. Κάποιες φορές η ορθογώνια πόρτα μένει απλή χωρίς κάποια διακόσμηση ή πρόσθετο μέλος. Στο Σίβα, οι περισσότερες πόρτες επιστέφονται από ανώφλι και επιστύλιο. Ως επιστύλιο ορίζεται το διακοσμητικό λίθινο μέλος που βρίσκεται πάνω από τα ανώφλια και ομοιάζει με τα επιστύλια των αρχαίων ελληνικών ναών. Κάποια από αυτά επιστέφουν ένα άνοιγμα, αλλά τα περισσότερα σχηματίζουν μια αρκετά πλατιά διακοσμητική ταινία, η οποία επιστέφει περισσότερα του ενός ανοίγματα. Προφανώς η τάση προσθήκης επιστυλίου πάνω από το ανώφλι ανήκει στα πλαίσια της νεοκλασικής στροφής που ξεκίνησε τον 18ο αιώνα. Σε σύνολο 141 κτιρίων τα 100 φέρουν ανοίγματα με ανώφλι και επιστύλιο, πρόκειται δηλαδή για την πιο διαδεδομένη κατηγορία και φαίνεται ότι προτιμάται για την αισθητική της αξία. Σε λίγες περιπτώσεις – 8 στον αριθμό- το ανώφλι, το οποίο επιστέφεται από επιστύλιο, συνοδεύεται από ανακουφιστική κατασκευή σε σχήμα καμάρας ή τριγώνου . Πιθανώς πρόκειται για περαιτέρω προσπάθεια ελάφρυνσης της κατασκευής, καθώς η ανακουφιστική καμάρα ή τρίγωνο μοιράζει καλύτερα το βάρος της υπερκείμενης κατασκευής και ενδυναμώνει τα ανοίγματα. Επιπλέον με αυτό τον τρόπο αναδεικνύονται σε μεγαλύτερο βαθμό οι θύρες. Πρέπει να σημειωθεί ότι στα περισσότερα κτίσματα οι δυο διαφορετικοί τύποι, ο ορθογώνιος και ο καμαρωτός, συνδυάζονται. Παρατηρείται, δηλαδή, ότι οι καμάρες χρησιμοποιούνται για τις αυλόπορτες και για τα ανοίγματα βοηθητικών ή δευτερευόντων χώρων και οι ορθογώνιες πόρτες με ανώφλια στις κύριες πόρτες, ενώ το επιστύλιο για τα ανοίγματα που έχρηζαν ιδιαίτερης ανάδειξης. Τα παράθυρα, επίσης, παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία. Διαχωρίζονται σε ορθογώνια με επίπεδο πλαίσιο, σε ορθογώνια με τριγωνικό ανώφλι και σε τοξωτά. Τα περισσότερα εντάσσονται στην πρώτη κατηγορία, αν και αρκετά παραδείγματα προέρχονται από τις 2 τελευταίες κατηγορίες Όσον αφορά στη διακόσμηση των ανωφλιών, των λίθινων καμαρών και των περιθυρωμάτων, η μεγάλη ποικιλία των μοτίβων και των συνθέσεων είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Αρχικά, τα ανώφλια είναι δυνατόν να διαχωριστούν σε ακόσμητα και κοσμημένα. Τα λίθινα ακόσμητα παρουσιάζουν φροντισμένη επεξεργασία, με λειασμένη ορατή επιφάνεια, χωρίς όμως την προσθήκη διακόσμησης. Είχαν καθαρά χρηστικό ρόλο, να προστατεύουν δηλαδή τα ανοίγματα και δεν χρησιμοποιήθηκαν για την ανάδειξη της εισόδου και των ανοιγμάτων. Σε αρκετά από τα κτίσματα παρατηρείται συνδυασμός κοσμημένων ανωφλιών για την θύρα και ακόσμητων για τα παράθυρα ή για δευτερεύουσες εισόδους. Η μη ύπαρξη διακοσμητικών στοιχείων σε κανένα από τα ανοίγματα ίσως να δείχνει την περιορισμένη οικονομική δυνατότητα ή και την βιασύνη κατασκευής. Tα διαφορετικά είδη διακόσμησης των ανωφλιών και των περιθυρωμάτων παρουσιάζουν μια ευρεία ποικιλία συνθέσεων και τεχνικών, όπως εγχάρακτα στοιχεία, επιγραφές, πλαστικά επιπρόσθετα στοιχεία κ.α. Το πιο απλό διακοσμητικό στοιχείο των ανωφλιών είναι η εγχάρακτη αναγραφή της χρονολογίας κτίσης, συνοδευόμενη από κάποια γεωμετρικά μοτίβα. Κάποιες φορές αποτελείται μόνο από τη χρονολογία και σε άλλα παραδείγματα συνοδεύεται από την αναγραφή των αρχικών του ονόματος του κτήτορα του σπιτιού καθώς και τον μήνα και την ημέρα. Σε μια περίπτωση τα παραπάνω στοιχεία συνοδεύονται από ένα ρητό, στην οικία Συγκελλάκη Ιωάννη, στην οποία εκτός από την ημερομηνία κτίσης αναφέρεται και η εξής ρήση ¨ Ο καιρός ιατρός των πάντων¨ . Αρκετά από τα ανώφλια του Σίβα κοσμούνται από διάφορα εγχάρακτα μοτίβα. Το πιο διαδομένο από αυτά είναι ο σταυρός σε διάφορες εκδοχές: απλός, με εξεζητημένες απολήξεις και περίτεχνη διακόσμηση και συνοδευόμενος από φυτικά κοσμήματα. Η επιλογή του σταυρού δεν είναι τυχαία καθώς θεωρείται ότι προστατεύει τους ενοίκους του σπιτιού και γι'αυτό αναπαρίσταται στην κεντρική είσοδο. Τα υπόλοιπα μοτίβα είναι συνήθως φυτικά - ρόδακες, μαργαρίτες, γαλλικοί κρίνοι και κληματίδες -, γεωμετρικά μοτίβα - ρόμβοι, δικτυωτά, αστέρια -, καθώς και ζωόμορφες και ανθρωπόμορφες απεικονίσεις. Σε αρκετά ανώφλια παρατηρείται χρήση περισσότερων μοτίβων, όπως σταυρός στο κέντρο συνοδευόμενος στις δυο άκρες από σπείρες ή ρόδακες . Στα περιθυρώματα η διακόσμηση μιμείται ραβδωτούς κίονες και κιονόκρανα καθώς και φουρούσια, τα οποία είναι αρχιτεκτονικά μέλη που εξέχουν στην εσωτερική πλευρά των ανοιγμάτων και χρησιμοποιούνται ως υποστήριγμα, εμπνευσμένα από την κλασική αρχιτεκτονική. Άλλα περιθυρώματα κοσμούνται από φυτικά θέματα και γεωμετρικά μοτίβα, δίνοντας εντύπωση συγκερασμού της λαϊκής τέχνης, με την τέχνη της Ανατολής και της Δύσης. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει σε δύο ιδιαίτερες διακοσμητικές συνθέσεις. Δύο από τα ανώφλια, στις οικείες Αντωνακάκη και Κορνάρου, κοσμούνται από σχηματικές κεφαλές μικρού μεγέθους, με έντονα χαρακτηριστικά, όπως τα χείλη και μάτια . Πρόκειται για αποτροπαϊκά σύμβολα, με σκοπό να προστατέψουν τους ενοίκους από το κακό και τα οποία ομοιάζουν περισσότερο με προσωπεία παρά με ανθρώπινες κεφαλές και αποτελούν συχνό μοτίβο της λαϊκής παράδοσης. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει μια συμβολική σύνθεση αποτελούμενη από ένα δέντρο και δύο ζώα εκατέρωθεν . Το ψηλό δέντρο, αναπαριστά κυπαρίσσι και τα ζώα είναι πιθανώς λιοντάρια, με μακριές ουρές. Το κυπαρίσσι απαντάται συχνά στην τέχνη της Ανατολής και αντιπροσωπεύει το δέντρο της ζωής, την αγέραστη ζωή και την ευημερία. Το λιοντάρι είναι γνωστό για τη ρωμαλέα δύναμή του. Η σύνθεση με το κυπαρίσσι και τα ζώα είναι ορατή στα ανώφλια δύο οικιών: Χαρκιωτάκη και Κορνάρου. Οι δυο αυτές κατηγορίες διακόσμησης δείχνουν την επιμέλεια του ιδιοκτήτη όχι μόνο για την ενίσχυση της αισθητικής αξίας των εισόδων, αλλά περισσότερο για την προστασία και ευημερία του σπιτιού του. Τεχνοτροπικά είναι επηρεασμένες από την Ανατολή. Εκφράζουν δεισιδαιμονία και την αντίληψη ότι οι είσοδοι των σπιτιών πρέπει να προφυλαχθούν από δαιμονικές δυνάμεις και το κακό μάτι (Ζώρα, 1994, σ. 16-17). Τα παραπάνω διακοσμητικά μοτίβα εντάσσονται σε διαφορετικές καλλιτεχνικές τάσεις και επιρροές και ειδικότερα στην Ανατολική, στη Δυτική και στη λαϊκή τέχνη. Κοινό χαρακτηριστικό τους οι συμβολισμοί που κρύβουν. Το μοτίβο που επικρατεί είναι ο σταυρός με τις διάφορες μορφές του, ο οποίος εντάσσεται στην βυζαντινή τάση της τέχνης (Ζώρα, 1994, σ. 13-14, Προβατάκης, 1990, σ. 146-154 και 158-163). Ανήκει στα χριστιανικά σύμβολα, του οποίου η σημασία είναι όχι μόνο η προστασία που θα προσέφερε στο σπίτι αλλά αποτελεί και στοιχείο ταυτότητας των ενοίκων, ειδικά κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, και διαχωρισμού τους από τους αλλόθρησκους κατοίκους του νησιού. Ορατή είναι, επίσης, η επιρροή από το νεοκλασικισμό καθώς μεγάλο μέρος της διακόσμησης είναι εμπνευσμένο από τα αρχιτεκτονικά μέλη της αρχαίας Ελλάδας, με τη χρήση μιμήσεων μελών της αρχαίας αρχιτεκτονικής και τη συμμετρική τοποθέτηση τους ειδικά στα περιθυρώματα. Αυτή η τάση απαντάται στην Κρήτη, από τα μέσα του 19ου και σχετίζεται επίσης με την ενδυνάμωση της ελληνικής ταυτότητας. Αρκετά είναι και τα μοτίβα δανεισμένα από τη λαϊκή τέχνη, τα οποία έχουν μια απλοϊκή εκτέλεση και έχουν κυρίως αποτροπαϊκό χαρακτήρα (Τζομπανάκη, 2005, σ. 11-46). Τέλος μοτίβα ενετικής και ανατολικής προέλευσης είναι ακόμη εμφανή και προέρχονται από τη συνύπαρξη και την αφομοίωση τους με το ντόπιο στοιχείο. Τα διακοσμητικά αυτά μοτίβα είχα ως στόχο να δώσουν μια φροντισμένη άποψη του σπιτιού, να αναδείξουν το χαρακτήρα και την οικονομική ευρωστία του ιδιοκτήτη αλλά και να προστατεύσουν το σπίτι. Ως προς την εκτέλεση κα τη σύνθεση χαρακτηρίζονται, σε γενικές γραμμές, από αφέλεια, αυθορμητισμό και απλότητα (Ζώρα, 1994, σ. 16-17). Επιπροσθέτως, σημαντικό στοιχείο αποτελεί η αναγραφόμενη στα ανώφλια χρονολογία. Η χρονολογία αυτή μπορεί να αναφέρεται στην κτίση του οικήματος καθώς και στη χρονολογία μετασκευής του. Με δεδομένο τη χρονολογία αναγνωρίζονται οι εξής οικοδομικές φάσεις: μια στις αρχές του 19ου αιώνα, η οποία αποτελεί την πρωιμότερη χρονολογούμενη φάση[4], μια στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μια στις αρχές του 20ου αιώνα, απ΄όπου έχουμε και τα περισσότερα παραδείγματα και στη συνέχεια ένα παράδειγμα από τα μέσα του 20ου και τέλος σύγχρονα παραδείγματα. Πρέπει να σημειωθεί ωστόσο ότι αρκετά από τα κτίσματα δεν φέρουν εγχάρακτη την χρονολογία κτίσης. Αυτό δεν σχετίζεται απαραιτήτως με την έλλειψη οικονομικών μέσων του ιδιοκτήτη για να επένδυση στη χάραξη της χρονολογίας, καθώς κάποια από τα παραδείγματα είναι αρκετά περίτεχνα διακοσμημένα, αλλά πιθανώς αποτελεί μια παράλειψη ή μια προσωπική προτίμηση. Η πρωιμότερη σωζόμενη χρονολογία ανέρχεται στο 1811 και είναι ορατή στην οικία Σφακάκη Μιχαήλ . Η χρονολογία βρίσκεται εγγεγραμμένη σε ορθογώνια πλάκα με διακόσμηση σταυρού και διαφόρων μοτίβων. Πιθανώς σήμερα δεν είναι τοποθετημένη στην αρχική της θέση. Αν και το μοναδικό παράδειγμα που χρονολογείται στις αρχές του 19ου αιώνα, η τάση για τοποθέτηση φροντισμένων ανωφλιών φαίνεται να ξεκινάει από την παραπάνω περίοδο και στο Σίβα σχετίζεται με τον ερχομό μαστόρων στις αρχές του 19ου αιώνα, αν και δεν αποκλείεται να είχε ήδη ξεκινήσει νωρίτερα και τα ανώφλια αυτά να μην επέζησαν μέχρι τις μέρες μας. Σημαντικό, επίσης, είναι ότι το σύμβολο του σταυρού, το οποίο κατέχει μια κεντρική θέση στην παραπάνω επιγραφή, αν και εκείνη την περίοδο, η Κρήτη αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και δεν είχε κερδίσει ακόμη κάποιες από τις ελευθερίες που κέρδισε αργότερα με τις μεταρρυθμίσεις μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Αρκετά είναι τα δείγματα ανωφλιών που φέρουν χρονολόγηση στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Από τα 141 κτίσματα του χωριού, τα 37 σώζουν ανώφλια με χρονολογίες ανάμεσα στο 1853 και το 1899. Αυτό δείχνει ότι τα τέλη του 19ου αιώνα αποτέλεσε μια περίοδο ιδιαίτερης οικοδομικής ανάπτυξης (Βαλλιάνος και Κοκκόρη, 1987, σ. 30-33). Αυτή η ανάπτυξη συνδέεται με την ανάδειξη μιας πιο οικονομικά εύρωστης και άρα καλλιεργημένης τάξης αρχικά στις πόλεις του νησιού, ήδη από το μέσου του 19ου αιώνα και στη συνέχεια στην ύπαιθρο και άρα στον Σίβα (Τζομπανακη, 2005, σ. 11-46). Επίσης, συνδέεται και με την ανεξαρτησία του νησιού, το 1898. Αυτό ακριβώς αντικατοπτρίζεται και στα παραδείγματα από το Σίβα και ειδικά στην ίδρυση του δημοτικού σχολείου το 1864. Μια ακόμη οικοδομική φάση εντοπίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα. Γύρω στα 40 κτίσματα φέρουν χρονολογίες από το 1900 έως το 1940. Αρκετές από τις παραπάνω χρονολογίες αφορούν μετασκευές και κτίσιμο νέων ανοιγμάτων, καθώς στα οικήματα υπήρχε ήδη θύρα με ανώφλια που φέρει χρονολογία στα τέλη του 19ου. Αυτή η πρακτική δείχνει ότι κατά την παραπάνω περίοδο, τα κτίσματα γνώρισαν μια νέα οικοδομική φάση, πιθανώς επεκτάθηκαν και γι αυτό χρειάστηκε ένα δεύτερο άνοιγμα. Αντικατοπτρίζει επίσης τις εξελίξεις στην τοπική κοινωνία. Πρόκειται για μια περίοδο ελπίδας δεδομένου ότι η Κρήτη έχει μόλις πετύχει την ένωση της με την Ελλάδα. Η επόμενη οικοδομική φάση με ένα παράδειγμα χρονολογείται γύρω στο 1950, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο. Αυτή η ραγδαία μείωση του αριθμού των διακοσμημένων ανοιγμάτων οφείλεται στα πενιχρά μέσα εκείνης της περιόδου καθώς δεν υπήρχαν χρήματα για την επένδυση σε διακόσμηση των εισόδων. Το μοναδικό παράδειγμα που σώζεται φέρει μια πλάκα τοποθετημένη ενδιάμεσα από τις δύο θύρες του οικήματος με τη χρονολογία 1955. Φυσικά, αυτή η τάση για περιποιημένη είσοδο με πλούσια διακοσμητικά στοιχεία και με την αναγραφή της χρονολογίας κτίσης ή της μετασκευής συνεχίζεται και στις μέρες μας. Η παραπάνω πρακτική δίνει μια όψη ομοιογένειας και συνέχειας των παραδόσεων στο χωριό. Δύο από κτίσματα του χωριού φέρουν χρονολογία 1997 και 1998, συνεχίζοντας την μακρόχρονη παράδοση. Έχοντας αναλύσει, τις διάφορες πτυχές των θυρών και των ανωφλιών δεν πρέπει να παραλείψουμε την αναφορά στου κτίστες ή μαστόρους. Σύμφωνα με μαρτυρίες στο Σίβα εγκαταστάθηκε γύρω στο 1800 μια οικογένεια, καταγόμενη από την Κάρπαθο, με το επίθετο Μαρινάκης οι οποίοι ήταν οι κατασκευαστές των παραπάνω λίθινων στοιχείων. Η χρονολογία αυτή συμπίπτει με τις πρώτες ενδείξεις που έχουμε στα ανώφλια τα οποία ξεκινούν στις αρχές του 19ου αιώνα. Η αρχική καταγωγή της οικογένειας, τότε γνωστή με το επίθετο Γιαννακάκη, φαίνεται να είναι από την Κρήτη και συγκεκριμένα την Ιεράπετρα Λασιθίου. Λόγω διαφορών με τους Τούρκους και ενδεχομένως κάποιου φονικού εγκατέλειψαν το νησί και εγκαταστάθηκαν για έναν αιώνα στην Κάρπαθο, απ' όπου και επέστρεψαν στην Κρήτη. Μαρτυρίες αναφέρουν, στο Σίβα, το Μαστρογιαννίκο, οποίος απέκτησε έναν γιο και 5 κόρες, από τις οποίες παντρευτήκαν οι 4. Ο γιος του καθώς και οι γαμπροί του ασχολήθηκαν με την κατεργασία της πέτρας. Η παραπάνω οικογένεια φαίνεται να είναι υπεύθυνη για την κατασκευή των διάφορων ανωφλιών όχι μόνο στο Σίβα αλλά και στη Γέργερη. Συνοψίζοντας, στο Σίβα παρατηρείται μια τάση για προσεγμένη πρόσοψη των οικιών και των διαφόρων κτιρίων, οι οποία ξεκίνησε στις αρχές του 19ου αιώνα. Η τάση αυτή αντικατοπτρίζει τη δυναμική της υπαίθρου εκείνη την περίοδο, η οποία φαίνεται να έχει μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα απ'ότι το παρελθόν. Πιο έντονη είναι η οικοδομική δραστηριότητα ανάμεσα στο 1890 και το 1920, είτε με την κτίση νέων οικημάτων είτε με την μετασκευή παλαιότερων. Πρόκειται για ακριβώς εκείνη την περίοδο της απελευθέρωσης από την οθωμανική κυριαρχία και την ένωση με την Ελλάδα, η οποία έδωσε άλλη πνοή στο νησί. Το χωριό Σίβας αποτελεί έναν από τους πρώτους κηρυγμένους παραδοσιακούς οικισμούς της περιοχής. Εκτός από τα διατηρητέα κτίσματα, πλούσια παραδείγματα του αρχιτεκτονικού πλούτου του χωριού εντοπίζονται διάσπαρτα στα διάφορα κτίσματα και χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και προστασίας για να διαφυλαχτεί ο μοναδικός χαρακτήρας του χωριού. Ανάμεσα σε αυτά βρίσκονται οι θύρες, τα παράθυρα καθώς και τα ανώφλια τους, τα οποία πρέπει να διατηρηθούν ως δείγματα της σημαντικής αρχιτεκτονικής εξέλιξης του χωριού. Πατεράκη Αντωνία. Αρχαιολόγος-ξεναγός
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βαλλιάνος Χριστόφορος
και Κοκκόρης , 1987. Κρητική παραδοσιακή
αρχιτεκτονική: Οικισμοί και Μνημεία της Δυτικής Μεσαράς. Τα ανοίγματα στο
Κρητικό σπίτι ( Ν. Ηρακλείου), Αθήνα.
Ζώρα Πόπη, 1995. Λαϊκή Τέχνη, Αθήνα.
Προβατάκης Θεοχάρης,
1990, Κρήτη: Λαϊκή τέχνη και ζωή,
Αθήνα.
Τζομπανάκη Χρυσούλα,
2005. Η αρχιτεκτονική στην Κρήτη : περίοδος των νεοτέρων χρόνων, χ.τ.
[1] Οι φωτογραφίες παραχωρήθηκαν από
κάτοικο του χωριού, ο οποίος επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος.
ΔΠατεράκη Αντωνία. Αρχαιολόγος-ξεναγό
.
Το κρυφό μεγαλείο ηλικιωμένων γυναικών του χωριού



